ἄλισμα

ἄλισμα
Grammatical information: n.
Meaning: `water-plantain, Alisma Plantago' (Dsc. 3, 152).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Does not contain ἅλς. Strömberg Pflanzennamen 115.
Page in Frisk: --

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἄλισμα — water plantain neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άλισμα — (alisma). Γένος πολυετών φυτών της οικογένειας των αλισματιδών. Το γένος αριθμεί πολλά είδη, όλα υδροχαρή, ποώδη, με φύλλα μακρόμισχα, που έχουν παράλληλες νευρώσεις. Τα άνθη τους είναι μόνοικα, με κάλυκα με τρία σέπαλα και στεφάνη επίσης με τρία …   Dictionary of Greek

  • alisma — (Del lat. alisma gr. < alisma, planta acuática.) ► sustantivo femenino BOTÁNICA Planta herbácea vivaz, que crece en lugares encharcados. (Alisma plantago.) SINÓNIMO [llantén de agua] * * * alisma (del lat. «alisma, ӑtis», del gr. «álisma,… …   Enciclopedia Universal

  • MOLA — I. MOLA Graec. ἄλισμα in Glossar. Gr. Lat. in sacrificiis, olim dicebatur far tostum et sale sparsum, quod eô moltô hostiae focus et cultri aspergebantur, ut ait Festus. Postquam enim Sacerdos victimam ad aram adduxisset, stans manu aram… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δαμασόνιο — το (Α δαμασόνιον και δαμασώνιον) νεοελλ. γένος αλισματοειδών φυτών αρχ. 1. το φυτό άλισμα 2. το φυτό άλιμος 3. διουρητικό φάρμακο. [ΕΤΥΜΟΛ. < δαμάζω. Ο συνηθέστερος στην Αρχαία τ. δαμασώνιον σχηματίστηκε αναλογικά προς τις ονομασίες φυτών σε… …   Dictionary of Greek

  • λύρον — λύρον, τὸ (Α) είδος βοτάνου, το άλισμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < λύρα, λόγω τού σχήματος που έχουν τα φύλλα τού βοτάνου] …   Dictionary of Greek

  • ՓՈՂ — (ոյ, ոց.) NBH 2 0951 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 8c, 10c, 12c գ. αὑλός tibia. մանաւանդ՝ σάλπιγξ tuba, buccina. եւ բայիւ Փող հարկանել. αὑλέω, σαλπίζω tubacano, buccino. (լծ. թ. պօրու. պ. պուրը. արաբ. պուգ. լտ. պուգչինա ) …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • alisma — (Del lat. alisma, ătis, y este del gr. ἄλισμα, ατος). f. Planta perenne de la familia de las Alismatáceas, que crece en terrenos pantanosos, hasta unos 60 cm de altura, con hojas acorazonadas, ovales o lanceoladas, flores blanquecinas en panoja… …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.